ηρωϊκός

ηρωϊκός
η , ό[ν] героический, геройский;

ηρωϊκή αντίσταση — героическое сопротивление;

ηρωϊκή άμυνα — героическая защита, оборона;

ηρωϊκό κατόρθωμα — героический подвиг;

ηρωϊκό πνεύμα — героика


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ηρωϊκός" в других словарях:

  • ηρωικός — ή, ό (Α ἡρωϊκός, ή, όν) [ήρως] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ήρωα ή στους ήρωες («κατά τους ηρωικούς χρόνους») 2. αυτός που αρμόζει σε ήρωα («ηρωική αρετή») νεοελλ. αυτός που έχει ιδιότητες ήρωα, ο γενναίος μέχρι σημείου αυτοθυσίας αρχ.… …   Dictionary of Greek

  • ηρωικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που αναφέρεται στους ήρωες: Ηρωική εποχή. – Ηρωική ποίηση. 2. αυτός που έχει τα χαρακτηριστικά του ήρωα ή ταιριάζει σε ήρωα: Ηρωικός θάνατος. – Ηρωική πράξη. – Ηρωική αντίσταση. – Έπεσε ηρωικά. 3. «Ηρωικό μέτρο», το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἡρωικός — ἡρωίζω write heroic verse perf part act neut nom/voc/acc sg ἡρωικός of the heroes masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡρωικά — ἡρωικός of the heroes neut nom/voc/acc pl ἡρωικά̱ , ἡρωικός of the heroes fem nom/voc/acc dual ἡρωικά̱ , ἡρωικός of the heroes fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡρωικώτερον — ἡρωικός of the heroes adverbial comp ἡρωικός of the heroes masc acc comp sg ἡρωικός of the heroes neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡρωικῶν — ἡρωικός of the heroes fem gen pl ἡρωικός of the heroes masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡρωικόν — ἡρωικός of the heroes masc acc sg ἡρωικός of the heroes neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φλαντανελάς — Ηρωικός Βυζαντινός πλοίαρχος. Διακρίθηκε στην τελευταία πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (1453). Όταν, στις αρχές της άνοιξης του 1453, ο τουρκικός στόλος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και άρχισε τον αποκλεισμό, ο Φ., ο οποίος βρισκόταν με τον… …   Dictionary of Greek

  • ἡρωικαῖς — ἡρωικός of the heroes fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡρωικαί — ἡρωικός of the heroes fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡρωικοῖς — ἡρωικός of the heroes masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»